Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνικός Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνικός Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Ηλίας Φιλιππάκος – Ένας παλιός Πειραιώτης θυμάται



Είναι πραγματικά δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να περιορίσεις τις αμέτρητες ιστορίες του Ηλία Φιλιππάκου στο περιορισμένο μέγεθος μιας ανάρτησης. Πραγματικός χείμαρρος περιγραφών και αναμνήσεων κατακλύζει τον ακροατή με εικόνες ενός Πειραιά που έχει ελάχιστα σχέση με τον σημερινό. Είναι γεγονός ότι ο Ηλίας Φιλιππάκος έχει ταυτίσει το όνομά του με την Φρεαττύδα. Γνωρίζει τους πάντες και τον γνωρίζουν σχεδόν όλοι.

Γιος του Πειραιώτη πολιτευτή ιατρού Γιάννη Φιλιππάκου γεννήθηκε στον Πειραιά το 1949. Τις βασικές του σπουδές τις ξεκίνησε στον Παπαϊωάννου και τις τελείωσε στο Δεύτερο Γυμνάσιο Αρρένων Πειραιώς. Άνθρωπος της περιπέτειας και της έντονης δράσης, του ήταν δύσκολο να ακολουθήσει την «πεπατημένη», τη ζωή δηλαδή της ηρεμίας και της καθημερινότητας. Καταπιάστηκε με πολλά, ταξίδεψε, γεύτηκε, επιχείρησε, τόλμησε, επένδυσε, αγόρασε, πούλησε, πέτυχε ή απέτυχε, έπεσε πολλές φορές και σηκώθηκε άλλες τόσες. Διότι στη ζωή δεν έχει σημασία το πόσες φορές έπεσες αλλά πόσες είχε την δύναμη να σηκωθείς.



Το πέταλο του Εθνικού Πειραιώς στο Ποδηλατοδρόμιο (εξέδρα από προίκα)

Να πω ότι η σχέση του πατέρα μου με τον Εθνικό και το Στάδιο Καραϊσκάκη είχε διαμορφωθεί ως εξής. Όταν ακόμα λειτουργούσε το ποδηλατοδρόμιο αποφασίστηκε να μετατραπεί σε γήπεδο ποδοσφαίρου με την προϋπόθεση ο Ολυμπιακός και ο Εθνικός να πλήρωναν για τα δύο πέταλα. Μέχρι τότε υπήρχε μόνο μια εξέδρα. Απέναντι από αυτή την μοναδική εξέδρα ήταν ένας τοίχος με μεγάλες θύρες σιδερένιες από τις οποίες έμπαινε το ασθενοφόρο και οι ανάπηροι πολέμου που ήταν πολλοί τότε. Τοίχος λοιπόν από τη μια, εξέδρα από την απέναντι αλλά από την πλευρά των πετάλων δεν υπήρχε τίποτα. Το κράτος ζήτησε ύστερα από μελέτη, 500 λίρες για την κατασκευή εξέδρας σε κάθε πέταλο. Τη μια εξέδρα την κατασκεύασε ο Ολυμπιακός και την άλλη εξέδρα θα την έφτιαχνε ο Εθνικός. Όμως ο Εθνικός δεν είχε χρήματα κι έτσι η εξέδρα κατασκευάστηκε με χρήματα που προέρχονταν από την προίκα της μητέρας μου, όπως άλλωστε το έγραψαν αυτό και εφημερίδες της εποχής και βιβλία που κατέγραψαν την ιστορία του Εθνικού. Το πατρικό όνομα της μητέρας μου ήταν Νικολιτσέα από την Καρδαμύλη Μεσσηνίας.

Η συνέχεια της συνέντευξης στο Pireorama ιστορίας και πολιτισμόυ


Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

Ο «εμφύλιος» του Πειραιά



Ο «εμφύλιος» του Πειραιά

Πριν από χρόνια, μια υπερήφανη και γοητευτική ποδοσφαιρική ομάδα στον Πειραιά διέθετε τόσο ισχυρό σύνολο, που οι λεγόμενοι «μεγάλοι» του πρωταθλήματος έτρεμαν στη λογική να βρεθούν «από κάτω» και να χάσουν –έτσι- κάτι που οι διοικήσεις κι οι υποστηρικτές τους θεωρούσαν κεκτημένο, άσχετα αν είχε στερεωθεί με φανερή εύνοια, με μόνιμη προπαγάνδα του Τύπου και με σαφέστατο παρασκήνιο που τους ευνοούσε σταθερά (αδικώντας τους λοιπούς διεκδικητές).

 Αναφέρομαι στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960 που, με απούσα την τηλεοπτική εικόνα, οι φίλαθλοι- αναγνώστες δέχονταν ό, τι «κουτόχορτο» τους σέρβιραν δυο αθλητικές (βασικά) εφημερίδες.

Η ταπεινή πειραϊκή ομάδα ονομαζόταν Εθνικός, διέθετε εκπληκτικούς παίκτες, λίγους οπαδούς, αλλά προσπαθούσε να δημιουργήσει σύνολο που θα ήταν ανταγωνιστικό προς τον Παναθηναϊκό, την ΑΕΚ, κύριος στόχος όμως ήταν ο συμπολίτης Ολυμπιακός.

 Η ομάδα δηλαδή, που την τελευταία δεκαετία, με τους καταπληκτικούς Μουράτη, Υφαντή, Μπέμπη, Θεοδωρίδη, Δαρίβα, Κοτρίδη, σάρωνε τους τίτλους (δημιουργώντας το λεγόμενο «Θρύλο»), αλλά με τον Εθνικό αποκλεισμένο από την ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, επειδή – την περίοδο 1956-57- είχε φανεί ότι θα κέρδιζε εύκολα τον τίτλο και ταυτόχρονα θα έφτιαχνε –επαναστατική για την εποχή- επαγγελματική ομάδα βάζοντας στο σχήμα τον κορυφαίο Ευρωπαίο κυνηγό Φέρεντς Πούσκας και μερικούς ακόμα Ούγγρους, τους οποίους οι πολλοί θεωρούσαν ήρωες και το ελληνικό καθεστώς «επικίνδυνους εμιγκρέδες». Ήταν η εποχή που οι Μαγυάροι, έχοντας διαφωνήσει με το κομμουνιστικό καθεστώς της Βουδαπέστης, έψαχναν το «Ελντοράντο» τους στην εκτός σιδηρού παραπετάσματος Ευρώπη.

Ήταν χάρμα οφθαλμών (και ποδοσφαιρικών αισθημάτων) να βλέπεις στον αγωνιστικό χώρο τους παίκτες του Εθνικού να ξεδιπλώνουν το ταλέντο τους, να σαρώνουν και να παίρνουν τις νίκες (όταν βεβαίως, οι άθλιοι διαιτητές της εποχής τους άφηναν να αναπνέουν).

 Δυστυχώς, οι νέοι ποδοσφαιρόφιλοι δεν έχουν την ευκαιρία να δουν τηλεοπτικά πλάνα και να θαυμάσουν την απίστευτα χαρισματική τετράδα χαφ από τους Λεβεντάκο, Αντωνάτο, Νικηφοράκη, Φερλέμη, τους δυναμικούς αμυντικούς Παπάζογλου, Κλικόπουλο, Κοζομπόλη, Πέστροφα, τον ήρωα τερματοφύλακα Κώστα Βαλλιάνο, πάνω απ’ όλα όμως τους σβέλτους κυνηγούς Κρητικόπουλο και Χατζηιωάννογλου.

Αυτή η ομάδα αποτελούσε πραγματικό «πρόβλημα» για το λαοφιλή Ολυμπιακό στον Πειραιά, αλλά φρόντισε το κατεστημένο να αποκαταστήσει τα πράγματα στερεώνοντας μια πικρή πραγματικότητα. Η εφημερίδα Φως των Σπορ του συγχωρεμένου Θόδωρου Νικολαΐδη, βαμμένη στα ερυθρά με φανατισμό, σπάνια είδε με καλό μάτι τον Εθνικό σε πειραϊκό ντέρμπι, ακόμη κι όταν ο διαιτητής είχε αδικήσει κατάφωρα τους «μπλε».

Έτσι ο φουκαράς Εθνικός κατάφερε μεταπολεμικά (εννοεί μετά την καθιέρωση της Α’ Εθνικής Κατηγορίας, το 1959-60) , ως τον υποβιβασμό του τη δεκαετία του 1990, να νικήσει το «Θρύλο» μόλις τρεις φορές (τέσσερις, λάθος του αρθρογράφου) –μια φορά κάθε δεκαετία-, μολονότι με άλλες δυνατές ομάδες του πρωταθλήματος τα κατάφερνε συχνά πολύ καλά.

Ώσπου βρέθηκε στον Εθνικό ένας Άγγλος προπονητής αποφασισμένος να ανατρέψει τη σαθρή πραγματικότητα και να υπερασπίσει την αξία της ομάδας του με οποιοδήποτε κόστος. Ήταν ο Μπράιαν Μπερντς, ένας λιγομίλητος δάσκαλος του ποδοσφαίρου που ζήτησε από τους μαχητές του να μη διαβάζουν αθλητικές εφημερίδες και να δουλεύουν σκληρά. Τι το’ θελε; Μολονότι ο Εθνικός βρέθηκε γρήγορα στην κορυφή και απειλούσε τους πάντες με τις ελάχιστες δυνάμεις του, οι δημοσιογράφοι (φυσικά, ελεγχόμενοι από τους εκδότες) έγραφαν για έναν «τρελό Βρετανό» που «πρέπει να εγκαταλείψει αμέσως τη χώρα»!

Τι είχε συμβεί; Είναι απλό. Ο Μπέρντς, ύστερα από μια απίστευτη σφαγή σε αγώνα με τον Ολυμπιακό, δήλωσε θυμωμένος (καταγγέλλοντας δημοσιογράφους, διαιτητές και παράγοντες), για να καταλήξει: «Στον Πειραιά υπάρχει ένα σουπερ μάρκετ που δεν πρόκειται ποτέ να αφήσει στο περίπτερο να αναπτυχθεί και να διεκδικήσει ένα μεροκάματο». Λίγες μέρες μετά, αναγκάστηκε να αφήσει τον Πειραιά, παίρνοντας ένα μικρό ποσό που συγκεντρώθηκε ρεφενέ σ τα καφενεία των οπαδών, στο Φάληρο και στην Καστέλα.

Όσα ακολούθησαν είναι γνωστά, καθ’ ότι καταγεγραμμένα στη σύγχρονη ποδοσφαιρική ιστορία του τόπου. Ο Ολυμπιακός –το σουπερμάρκετ- βρήκε Κοσκωτά, βρήκε Κόκκαλη βρήκε Μαρινάκη, βρήκε την εύνοια μπόλικων πολιτικών (δηλαδή κυβερνήσεων) και ΜΜΕ, κέρδισε δεκάδες τίτλους (δικαίως ή αδίκως δεν έχει μεγάλη σημασία, αφού «στην Ελλάδα πάντα θα υπάρχουν ζητιάνοι»). Ο Εθνικός τι κέρδισε; Μόνο τις αλυσίδες του. Κι όταν, υποβιβασμένος και ταπεινός, είδε το συμπολίτη του να καρπώνεται φανταστικό δώρο (δηλαδή να αποκτά για 49 χρόνια σύγχρονο γήπεδο!) τόλμησε να διεκδικήσει κάτι από το καταστατικό «μερίδιο», να αγωνίζεται δηλαδή δυο φορές το μήνα στο φαληρικό στάδιο. Αμ δε! Η διοίκηση Κόκκαλη ζήτησε τόσα χρήματα για ενοίκιο κάθε αγωνιστική, που ισοδυναμούσε σχεδόν με τον ετήσιο προϋπολογισμό του συλλόγου!

Επειδή όμως «κανένας δε χάνεται», ο ταπεινός Εθνικός κατάφερε να αποκτήσει σπίτι για εννιά(!) χρόνια που του παραχωρήθηκε επί υπουργίας Φάνης Πάλλη – Πετραλιά στο Ελληνικό, αν και δεν ασκήθηκε σοβαρή πίεση από κανέναν. Βλέπετε, οι πάντες είχαν συνηθίσει να βλέπουν και να ακούνε για μια ομάδα τσιγγάνα, που άλλαζε τέσσερα γήπεδα το μήνα, ώστε να καλύψει τις υποχρεώσεις του.
Οι παλαιοί οπαδοί του Εθνικού, έχοντας βιώσει αδικίες και κλοπές, θεωρούν τον Ολυμπιακό βασικό αίτιο της συμφοράς, αφού οι «καρπαζιές» έπεφταν βροχή όποτε οι «μπλε» επιχείρησαν να σηκώσουν κεφάλι. Ο Εθνικός, αυτή η άλλοτε υπερήφανη ομάδα του Πειραιά που διέθετε υποστηρικτές σε όλη τη χώρα, αγωνίζεται πλέον σε ερασιτεχνική κατηγορία (την οποία βάφτισαν Δ’ Εθνική, προκειμένου να χρυσώσουν το χάπι ιστορικών αλλά ξεπεσμένων ομάδων). Ήδη έδωσε τον πρώτο αγώνα στη Χίο με κάποια Μικρασιατική και νίκησε 2-0. Και όπως ακούγεται, προσπαθεί με ελάχιστα χρήματα να ξαναφτιάξει το μέλλον του, αλλά…

Κατά τα άλλα, ας επιτραπεί στην ταπεινότητά μου να καταθέσω κάποια εικόνα από αυτήν την ηρωική ομάδα, ζώντας αναμέτρηση Νίκης Βόλου – Εθνικού για το εθνικό πρωτάθλημα πρώτης κατηγορίας, το Φεβρουάριο του 1965, στο γηπεδάκι της Νέας Ιωνίας. Υπηρετούσα τη θητεία μου στο αεροδρόμιο της Νέας Αγχιάλου και παρέα με φίλους σμηνίτες βρεθήκαμε στην εξέδρα. Ο αγώνας ήταν συναρπαστικός, αλλά οι Πειραιώτες έδειχναν καλύτεροι. Γύρω στο 80ο λεπτό, ο μέγιστος Πατρινός μπαλαντέρ Ανδρέας Αντωνάτος(ένας παίκτης που άξιζε να παίζει στην Εθνική Ομάδα, αλλά «έπεσε» , όπως γράφτηκε, πάνω στο Δομάζο!) με τεχνικό σουτ στέλνει τη μπάλα στο πλεχτό για το 0-1 που ήταν το τελικό σκορ. Παρά την πίκρα τους, οι οπαδοί της Νίκης χειροκρότησαν έντιμα. Κι όταν οι φιλοξενούμενοι μπήκαν στο πούλμαν για την επιστροφή, κάποιος φώναξε δυνατά: «Καλό ταξίδι, να πάτε στο καλό, δε θα σας πειράξει κανείς. Πείτε όμως στο συμπολίτη σας πως δε θα περάσει καλά όταν θα μας έρθει. Να τους πείτε πως σε αυτό το γήπεδο δε γουστάρουμε τους Ολυμπιακούς!»

ΥΓ: Αυτό το κείμενο γράφτηκε με αφορμή άρθρο του Κώστα Ακριβού στο Books’ Journal του προηγούμενου Οκτωβρίου που αφορούσε την «εμφύλια» έχθρα Ολυμπιακού και Νίκης στο Βόλο- και σκέφτηκα πόσο πιο δυνατό είναι το ποδοσφαιρικό κοντράστ στο μεγάλο λιμάνι της χώρας. Εκεί όπου ο ιστορικός Ολυμπιακός «τα έχει όλα» και ο ακόμα πιο ιστορικός (ναι, ψάξτε το όσο θέλετε και θα με δικαιώσετε) Εθνικός βιώνει εδώ και δεκαετίες το απόλυτο «τίποτα». Κι ας επιμένει μισό αιώνα τώρα να ουρλιάζει ο ήρωας Γιάννης Ματζουράνης «Εθνικάρααα» , καταστρέφοντας τις πολύτιμες χορδές της φωνής του.

Γιώργος Αρκουλής
Δημοσιογράφος στο αθλητικό ρεπορτάζ, Περιοδικό «The Books’ Journal» τεύχος 14, Δεκέμβριος 2011, σελίδες 8-10.

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2017

Η περιπέτεια μεταγραφής του Κώστα Χούμη από τον Εθνικό Πειραιώς στη Βένους Βουκουρεστίου





Ο Πειραιώτης Κώστας Χούμης υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες επιθετικούς ποδοσφαιριστές την περίοδο του Μεσοπολέμου.

Ταύτισε το όνομά του με την ομάδα του Εθνικού Πειραιώς όπου έπαιζε την περίοδο 1934 - 1936. Αμέσως μετά την αναγνώριση του πηγαίου ταλέντου του, κλήθηκε να επανδρώσει την Εθνική ομάδα ποδοσφαίρου, με την οποία συμμετείχε σε βαλκανικούς αγώνες ποδοσφαίρου στο Βουκουρέστι στη Ρουμανία.

Στους αγώνες αυτούς όμως είχαν την ευκαιρία να τον δουν από κοντά και οι εκπρόσωποι της ρουμανικής ομάδας "Βένους", οι οποίοι του προσέφεραν τεράστια χρηματικά ποσά για την εποχή προκειμένου να τον εντάξουν στις τάξεις της ομάδας τους.

Ο Χούμης δελεάστηκε από τις προτάσεις της ρουμανικής ομάδας, αλλά από την άλλη συνάντησε επίμονη άρνηση της οικογένειάς του που ζούσε στον Πειραιά να επιστρέψει πίσω όπως και πραγματικά έγινε. Η "Βένους" την εποχή εκείνη ήταν μια πραγματικά πανίσχυρη ομάδα που είχε ως Πρόεδρο τον Διευθυντή Ασφαλείας του Βουκουρεστίου ενώ τα μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου ήταν όλα σημαίνοντα μέλη της ρουμανικής κοινωνίας.

Ο Μαρινέσκου (ο Πρόεδρος της "Βένους") μη αποδεχόμενος εύκολα την άρνηση του Χούμη, γνωρίζοντας ίσως ότι ο "μικρός" ήθελε (ήταν μόλις 18 ετών τότε), αλλά οι γονείς του αντιδρούσαν, απέστειλε στον Πειραιά δύο εκπροσώπους του συλλόγου, με αποστολή να συναντήσουν τον Χούμη και να τον πείσουν να αγωνιστεί με τα χρώματα της "Βένους" όπως και πραγματικά έγινε.

Με τον Χούμη στις τάξεις της η "Βένους" γνώρισε πολλές νίκες και έφτασε να κατακτήσει το ρουμανικό πρωτάθλημα. Ο Χούμης λατρεύτηκε από τους Ρουμάνους οπαδούς της "Βένους", το ίδιο όπως είχε συμβεί και με τους Πειραιώτες οπαδούς του Εθνικού, ενώ η μεταγραφή του στη "Βένους" αποτέλεσε την πρώτη μεταγραφή Έλληνα ποδοσφαιριστή σε ομάδα του εξωτερικού.

Το καλοκαίρι του 1937 ο Χούμης ζήτησε από τη "Βένους" άδεια προκειμένου να επισκεφθεί τον Πειραιά και να δει από κοντά την οικογένειά του και τους φίλους του.

     Η ομάδα του Εθνικού Πειραιώς του 1927


                                           
                                                  

                                                Η ομάδα του Εθνικού Πειραιώς το 1933


Πραγματικά ο Χούμης έλαβε σαράντα ημέρες άδεια και κατέβηκε στον Πειραιά, όπου τις πέρασε με την οικογένειά του. Σε όλη τη διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα τόσο η οικογένειά του όσο και παράγοντες του Εθνικού Πειραιώς, τον πίεζαν διαρκώς να επιστρέψει στις τάξεις του Εθνικού. Κι όσο οι ημέρες περνούσαν, τόσο οι πιέσεις αυξάνονταν. Μέχρι που την ημέρα της αναχωρήσεως ο Χούμης δεν έφυγε και παρέμεινε στον Πειραιά!


Φίλοι και παλαιοί συναθλητές του από τον Εθνικό Πειραιώς τον έπεισαν να τους ακολουθήσει σε μια εκδρομή στις Σπέτσες. Βεβαίως αυτό ανησύχησε έντονα τους Ρουμάνους οι οποίοι ωστόσο είχαν τον τρόπο να λάβουν πληροφορίες για το τι συνέβαινε. Και οι πληροφορίες αυτές προέρχονταν από έναν Ελληνορουμάνο παράγοντα της "Βένους" τον Νικόλαο Χρόνη, που είχε ως αποστολή να πληροφορείται για τις κινήσεις τους Χούμη στον Πειραιά. Μέσω αυτού οι Ρουμάνοι έμαθαν ότι ο Χούμης βρισκόταν στις Σπέτσες με συναθλητές της προγενέστερης ομάδας του, του Εθνικού.

Στέλνουν στις Σπέτσες ξανά αντιπροσώπους τους, οι οποίοι έρχονται σε επαφή με τον Χούμη για να του ανακοινώσουν την προσφορά 300 χιλιάδων δραχμών ως πριμ επιστροφής στη Ρουμανία και νέο μηνιαίο μισθό ύψους δέκα χιλιάδων Λέι.


Η επιστροφή του Χούμη στη Ρουμανία, θα ήταν υπόθεση εύκολη και γρήγορη, καθώς τότε ρουμανικά ατμόπλοια αφενός αναχωρούσαν από το λιμάνι του Πειραιά, αφετέρου ο ίδιος ο Χούμης διέθετε ρουμανικό διαβατήριο το οποίο η "Βένους" είχε φροντίσει να προμηθεύσει.






Οι οπαδοί του Εθνικού Πειραιώς μαθαίνοντας την τελική απόφαση του Χούμη να επιστρέψουν, αρνούμενοι επίσης να δεχθούν την απόφαση ως τετελεσμένη, αποφάσισαν να δράσουν. Μέλη του συλλόγου αποφάσισαν να φρουρούν διαρκώς την πατρική εστία στην οποία διέμενε ο Χούμης ώστε εξερχόμενος αυτός να δεχθεί και τις προτάσεις του Εθνικού και να πεισθεί να παραμείνει, όπως πραγματικά και έγινε. 

Ο Χούμης όχι μόνο πείσθηκε από τους παράγοντες του Εθνικού να μείνει στον Πειραιά, αλλά λέγεται ότι υπέγραψε και δήλωση παραμονής προς την Ελληνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία ώστε να αποσταλεί προς την αντίστοιχη Ρουμανική Ομοσπονδία, για να υπάρξει αποδέσμευση του ποδοσφαιριστή, γεγονός όμως η ίδια η εξέλιξη της ιστορίας δεν φαίνεται να επιβεβαιώνει ότι συνέβη.  



Οι Ρουμάνοι που στο μεταξύ λάμβαναν όλες τις πληροφορίες για τις προθέσεις του Χούμη, έστειλαν στην Ελλάδα τον Αντιπρόεδρο του Συλλόγου Εντερλέσκο ο οποίος κατέφθασε επειγόντως στην Αθήνα με αεροπλάνο και διέμεινε στο ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρετανία". 
Ο Εντερλέσκο επισκέφθηκε το ίδιο το σπίτι του Χούμη στον Πειραιά, όπου παρουσία του ίδιου και των γονέων του προσέφερε το αστρονομικό για την εποχή ποσό του ενός εκατομμυρίου δραχμών, ως πριμ επιστροφής, δηλαδή ποσό μόνο για να επιστρέψει ο Χούμης πίσω στη Ρουμανία.

Σκηνές που δεν είναι εύκολο να περιγραφούν, διαδραματίστηκαν στην οικία των γονέων του Χούμη, στην οποία εκτός από τους γονείς του Έλληνα ποδοσφαιριστή και τον ίδιο ήταν μαζί οι αντιπρόσωποι της "Βένους" όπως και αντιπρόσωποι του Εθνικού Πειραιώς. Λέγεται ότι ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής ήταν αδιάφορος στα χρήματα που του προσέφεραν, αλλά για προσωπικούς και μόνο λόγους (μιλούσε για κάποιο αισθηματικό δεσμό που στο μεταξύ είχε συνάψει), επιθυμούσε να επιστρέψει στη Ρουμανία. Οι εφημερίδες έγραψαν τότε πολλά για το ποιοι ήταν οι λόγοι αυτοί. 

Η ουσία των γεγονότων είναι ο Χούμης επέστρεψε πίσω στη "Βένους" στην οποία λατρεύτηκε όσο κανείς άλλος ποδοσφαιριστής στην ιστορία της. Το ποσό του ενός εκατομμυρίου που διέθεσε το 1937 η "Βένους" για να τον πείσει να επιστρέψει, είναι επί της ουσίας προστιθέμενο στα ποσά που ήδη είχαν καταβληθεί το 1936 για την απόκτησή του και στο πριμ των 300 χιλιάδων δραχμών στον ίδιο τον ποδοσφαιριστή, ξέχωρα οι μηνιαίοι μισθοί του. Ο Χούμης υπήρξε όχι μόνο η πρώτη διεθνής μεταγραφή Έλληνα ποδοσφαιριστή στο εξωτερικό αλλά και για πολλά χρόνια παρέμεινε και η ακριβότερη.  

Οι παράγοντες του Εθνικού ερωτώμενοι τότε για την υπόθεση του Χούμη, απλώς απαντούσαν ότι ο Χούμης αποφάσισε να παραμείνει στον Εθνικό και ότι η ομάδα τον κρατούσε κρυμμένο κάπου στη Σύρο, ώστε να εμφανιστεί στο πρώτο παιχνίδι της ομάδας!

Φυσικά ο Χούμης ουδέποτε εμφανίστηκε να παίξει με τον Εθνικό, παρότι μια Κυριακή πριν την έναρξη του πρωταθλήματος, οι εφημερίδες της εποχής διαφήμιζαν το επερχόμενο παιχνίδι του Εθνικού ότι θα γίνει στο ποδηλατοδρόμιο έχοντας τον Χούμη στην ομάδα του!



Μία μόλις Κυριακή πριν την έναρξη της αγωνιστικής περιόδου του 1937 ο Χούμης παρουσιάζεται από τις εφημερίδες να αποτελεί παίκτης της ομάδας του Εθνικού. 


                                                                                                                                            Πηγή                                      

Τρίτη 21 Νοεμβρίου 2017

94 Χρόνια Εθνικός Πειραιώς!!!




94 Χρόνια Εθνικός Πειραιώς!!!

21/11/1923 – 21/11/2017
Το ιστορικότερο σωματείο του Πειραιά ζεί και βασιλεύει, και θα υφίσταται όσο υπάρχουν φίλαθλοι που δίνουν και τη ζωή τους για αυτό το σύλλογο.
Και όμως είμαστε ακόμα εδώ, ελπίζοντας ότι επιτέλους θα βρεθεί λύση για το γηπεδικό πρόβλημα και δεν θα μείνει μόνο στα λόγια.  Αυτή η φράση ακούγεται από όλους τους φίλους της ομάδας του Πειραιά. Γήπεδο έστω και μετά από 94 Χρόνια….

Με πρωτοβουλία της Δημοτικής Αρχής Πειραιά, επιλύεται ένα ακόμη χρόνιο πρόβλημα, αφού παραχωρείται χώρος στο Δημοτικό κτήμα Σχιστού, προκειμένου να δημιουργηθεί νέο γήπεδο ποδοσφαίρου για τον Εθνικό Πειραιώς.

Το θέμα συζητήθηκε κατά τη σημερινή συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πειραιά. Όπως έγινε γνωστό, έχουν πραγματοποιηθεί συναντήσεις της δημοτικής αρχής με τον υφυπουργό Αθλητισμού, Γιώργο Βασιλειάδη, και την Περιφερειάρχη Αττικής, Ρένα Δούρου, οι οποίοι επαναβεβαίωσαν την απόφαση τους να υποστηρίξουν οικονομικά την νέα αυτή αθλητική εγκατάσταση για την ομάδα του Εθνικού Πειραιά.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

Τα Βοτσαλάκια κι επισήμως «Ανδρέας Γαρύφαλλος»!





Ψηφίστηκε σήμερα, Δευτέρα, στο δημοτικό Συμβούλιο του Πειραιά η εισήγηση της Σταυρούλας Αντωνάκου (που έγινε αμέσως αποδεκτή από τον δήμαρχο Πειραιά, Γιάννη Μώραλη), πρώην βουλευτίνας του ΠΟΤΑΜΙΟΥ και νυν δημοτικής συμβούλου, να ονομαστεί το κολυμβητήριο στα «Βοτσαλάκια», κολυμβητήριο «Ανδρέας Γαρύφαλλος» προς τιμή του Πατριάρχη της ελληνικής υδατοσφαίρισης, που έφυγε τον περασμένο Φεβρουάριο από τη ζωή.

Μάλιστα σήμερα, Δευτέρα, το βράδυ η Σταυρούλα Αντωνάκου ανέβασε στον λογαριασμό της στο Facebook: «Σήμερα ψηφίζεται η μετονομασία του κολυμβητήριο Βοτσαλάκια σε «Ανδρέας Γαρύφαλλος», τη μεγάλη μορφή του ελληνικού αθλητισμού, του πόλο, του Εθνικού Πειραιά! Αλλη μια πρόταση που έκανα σήμερα…



Πηγή

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Το αντίο στον γηραιότερο φίλο της ομάδας μας




Πριν από λίγες ημέρες η οικογένεια του Εθνικού αποχαιρέτησε τον γηραιότερο ,σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε ,οπαδό της  ομάδας..Ο λόγος για τον Θεόδωρο Μπαλλή  που έφυγε από τη ζωή το Σάββατο που μας πέρασε σε ηλικία 98 ετών και έζησε τις μοναδικές στιγμές της κατάκτησης του Κυπέλλου Ελλάδας το 1933
 Ο εκλιπών ,που καταγόταν από τη Χίο, ήταν  ένας εκ των φίλων της ομάδας μας που παρακολούθησε το νικηφόρο τελικό του Κυπέλλου της περιόδου 1932-33 κόντρα στον Αρη  στις 25-3-1933, στον επαναληπτικό του 2-2 στο Χαριλάου και βέβαια πανηγύρισε την κατάκτηση του τροπαίου.
 Το εκπληκτικό της υπόθεσης είναι η ιστορία του πως έφτασε μέχρι την Αθήνα από την Χίο και μάλιστα σε δύσκολες εποχές ,όντας μόλις 16 ετών  αλλά και πως η αγάπη του για την ομάδα του Εθνικού τον κράτησε στον Πειραιά  και συγκεκριμένα στο Πασαλιμάνι ,όπου έμεινε μέχρι και το τέλος της ζωής του. 
 Μάλιστα μέχρι και τις τελευταίες του στιγμές έδειχνε ενδιαφέρον για την  ομάδα που λάτρεψε αφήνοντας πίσω τον γιό του Μιχάλη ο οποίος και αυτός είναι φίλος του Εθνικού και πηγαίνει στο γήπεδο...
 Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει και από κει ψηλά να καμαρώνει για την ομάδα... 

ethnikos-fc.blogspot.gr

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Σαν σήμερα 24-1-2005 έφυγε ο Νίκος Μουρκάκος.




Εικόνα


Ήταν ένας από τους κορυφαίους παράγοντες του ελληνικού ποδοσφαίρου, με πολύχρονη προσφορά στον Εθνικό ΟΦΠΦ.

Με τον Εθνικό ασχολήθηκε από τις αρχές της 10ετίας του ’50 και ήταν ο πιο στενός συνεργάτης του Δημήτρη Καρέλλα.
Διετέλεσε έφορος του ποδοσφαιρικού τμήματος, γενικός γραμματέας, γενικός αρχηγός, αντιπρόεδρος και πρόεδρος του Δ.Σ

Παράλληλα με τα καθήκοντά του ως παράγοντας του Εθνικού, ο Νίκος Μουρκάκος υπήρξε διευθυντής προγράμματος του Ραδιοσταθμού Ενόπλων Δυνάμεων και ο πρώτος σπορτκάστερ του, που μετέδιδε κάθε Κυριακή αγώνες μέσα από τα γήπεδα.
Ήταν στιχουργός και είχε γράψει δεκάδες τραγούδια που ερμήνευσαν οι Μερκούρη, Γούναρης, Μαρούδας, Πολυμέρης, Καζαντζίδης, Μπελίντα, Μπιθικώτσης, Πάνου, Γαβαλάς, Διονυσίου, Λύδια, Αγγελόπουλος, Γκρέϋ

Επί της αρχηγίας του, η χρυσή ενδεκάδα του Εθνικού του 1957, αποτελούμενη από τους Μανταλόζη, Λαιμό, Κλικόπουλο, Κοζομπόλη, Αρδίζογλου, Καρνασόπουλο, Γράψα, Στούρα, Καραουλάνη, Σπαθούλα, Μπενάρδο προηγείτο στην βαθμολογία του πρωταθλήματος και ενώ θεωρείτο βέβαια πρωταθλήτρια, η ΕΠΟ και το ΠΟΚ με ψεύτικες κατηγορίες και δικαστικές αποφάσεις απέκλεισαν τον Εθνικό και «χάρισαν» το πρωτάθλημα στον συμπολίτη Ολυμπιακό.

Ο Νικος Μουρκάκος ήταν αυτός που λύτρωσε τον Εθνικό από τον υποβιβασμό στην Β’ Εθνική Κατηγορία το 1988-89
Όταν η ομάδα βρέθηκε κάτω από την γραμμή παραμονής, ο Μουρκάκος πήγε στον τότε Γραμματέα Αθλητισμού, Γιώργο Κασιμάτη, ζητώντας του αύξηση των ομάδων της Α΄ Εθνικής ώστε να μη πέσει ο Εθνικός. Αυτός τον παρέπεμψε στην Μελίνα Μερκούρη, υπουργό τότε Πολιτισμού.
Όταν μπήκαν λοιπόν στο γραφείο της, η Μελίνα ρώτησε τους εκπρόσωπους του Εθνικού: «τι θέλετε κύριοι?». «Να αυξήσετε τις ομάδες της Α’ Εθνικής» της απάντησαν. «Δεν γίνεται καμάρια μου» τους απάντησε.
Τότε ανέλαβε την κατάσταση ο Νίκος Μουρκάκος λέγοντας χαρακτηριστικά στην Μελίνα:
«κυρία υπουργέ, θέλω να σας πω δυο λέξεις με το θάρρος που έχω αποκτήσει ύστερα από 3.000 νύχτες που έχουμε κοιμηθεί μαζί».
«Τι λέτε κύριε, είστε τρελός?» του απάντησε η Μελίνα. Και ο Μουρκάκος συνέχισε λέγοντας, «Μελίνα, εσύ δεν τραγούδησες τα «Παιδιά του Πειραιά»? Πίσω από το τραγούδι σας στο δισκάκι βρίσκεται το «Ένα σφάλμα έκανα» που έχω γράψει και το τραγούδησε ο Πόλυ Πάνου. Με το δισκάκι αυτό κοιμάμαι όλα αυτά τα χρόνια στο μαξιλάρι μου».
«Γλυκέ μου εσύ είσαι ο Μουρκάκος? Και τι θέλεις εδώ?» τον ρώτησε η Μελίνα.
Αφού της εξήγησε τον λόγο κατάφερε να την πείσει και με τις εντολές της πέρασε ο νόμος για αύξηση των ομάδων της Α΄Εθνικής, οδηγώντας έτσι τον Εθνικό σε μπαράζ όπου και παρέμεινε στην κατηγορία, νικώντας την Βέροια, την Κόρινθο, τον Διαγόρα και τον ΠΑΣ Γιάννινα. 

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

ΚΩΣΤΑΣ ΧΟΥΜΗΣ - ο θρύλος του ελληνικού ποδοσφαίρου

Σήμερα 20 Νοεμβρίου 2013 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του καλύτερου Έλληνα γκολτζή όλων των εποχών. Του πρώτου Έλληνα ποδοσφαιριστή που πήρε μεταγγραφή στο εξωτερικό όπου και διέπρεψε.
Στη Ρουμανία τον αποκαλούσαν ως η «ελληνική ποδοσφαιρική θύελλα», ενώ στην Ευρώπη ήταν γνωστός ως ο «Έλληνας Ζιντελάρ».

Ας γνωρίσουμε λοιπόν αυτό τον μεγάλο ποδοσφαιριστή που ξεκίνησε την καριέρα του από τον ΕΘΝΙΚΟ ΟΦΠΦ.


Εικόνα


Ο Κώστας Χούμης γεννήθηκε στον Πειραιά στις 20 Νοεμβρίου 1913, από πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας του ήταν βιομήχανος σιδήρου.

Σε ηλικία 14 χρονών, ιδρύει την ανεξάρτητη ομάδα ΑΦΟΒΟΣ, στην οποία ήταν αρχηγός και χρηματοδότης. Τα γραφεία της ομάδας του στεγαζόταν στο υπόγειο του σπιτιού του στην Αγία Σοφία, το οποίο χρησίμευε και ως αποθήκη.
Στην ομάδα έπαιζε και ο αδερφός του Μίμης, παίκτης αργότερα του Εθνικού.

Ένα χρόνο μετά, πηγαίνει στη Φιλική Ένωση και εκεί ξεδιπλώνει όλο το ταλέντο του. Φυσικά ο ΑΦΟΒΟΣ διαλύθηκε.

Αργότερα όταν η οικογένειά του μετακόμισε στο Πασαλιμάνι, γράφτηκε στον Πειραϊκό Σύνδεσμο, ενώ ήταν και αρχηγός στη ποδοσφαιρική ομάδα του γυμνασίου του, όπου σπούδαζε. Εκτός από σπουδαίος γκολτζής, ήταν πολύ καλός αθλητής στο δέκαθλο. Σε μια μαθητική επίδειξη γυμνασίων στο ποδηλατοδρόμιο, είχε κατακτήσει τη πρώτη θέση στα περισσότερα αγωνίσματα.

Παραλίγο να βρεθεί στην ομάδα του Παναθηναϊκού, όταν ένας φίλος του τον έπεισε να πάνε για προπόνηση στον αθηναϊκό σύλλογο. Στον σταθμό όμως του Νέου Φαλήρου, συνάντησε τον φίλο του Γιάννη Χέλμη, ο οποίος έπαιζε στον Εθνικό και τον έπεισε να έρθει μαζί του.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι όλη η οικογένειά του ήταν Ολυμπιακοί.

Με τον Εθνικό πήγε στη Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη για φιλικούς αγώνες. Η ομάδα του όμως, η Νεάπολη, δεν του έδωσε μεταγραφή και έτσι επιστρέφοντας από τη Τουρκία τιμωρήθηκε με αποκλεισμό δύο χρόνων.

Το 1934, ο Εθνικός σε ένα φιλικό αγώνα που έδωσε με την Εθνική Ελλάδος, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τον Χούμη, πληρώνοντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό.
Το παιχνίδι αυτό έληξε 8-3 υπέρ του Εθνικού, με τον Χούμη να πετυχαίνει 5 τέρματα.

Η ποινή του δεν χαρίστηκε ώστε να λάβει μέρος στον αγώνα της Εθνικής με την Ιταλία, όπου η Ελλάδα συνετρίβει με 4-0.
Πάνω στον χρόνο όμως, χαρίστηκε η ποινή του και έτσι κατάφερε να παίξει.

Να αναφέρουμε σε παιχνίδια του Εθνικού που έπαιξε, όπως με το Γουδί 13-0, τα 11 γκολ τα σημείωσε ο Κώστας, με την ΑΕΚ 5-1, όπου σημείωσε και τα 5, με τον Ηρακλή στη Θεσσαλονίκη 6-0, πέτυχε 5 γκολ και με τον ΠΑΟΚ στο ποδηλατοδρόμιο 5-2, επίσης 5.

Ήταν ένας καταπληκτικός γκολτζής, που όταν είχε την μπάλα στα πόδια δεν μπορούσε κανείς να τον ανακόψει.

Βλέποντας το μεγάλο ταλέντο του στο σκοράρισμα, ο προπονητής της Εθνικής περιέλαβε τον Χούμη στην ομάδα. Είχε δηλώσει μάλιστα, «ότι μέχρι στιγμής έχω βρει τον 1 από τους 11, ψάχνω για τους υπόλοιπους».

Στους Βαλκανικούς αγώνες στη Σόφια, ο Χούμης έδειξε το μεγάλο ταλέντο του.
Στους επόμενους Βαλκανικούς του 1936 στη Ρουμανία, ο πρόεδρος της ρουμανικής ομάδας ΒΕΝΟΥΣ, τον πλησίασε και του ζήτησε να μεταγραφεί στην ομάδα του.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, έκανε και άλλο ένα ταξίδι στη Ρουμανία, προσκεκλημένος πάλι από τον πρόεδρο της Βένους, με σκοπό να μιλήσουν για την μεταγραφή του.

Ο τελευταίος αγώνας που έπαιξε ο Χούμης, ήταν με την Εθνική, εναντίον της Αιγύπτου, όπου πέτυχε και τα 5 γκολ (5-1).

Έτσι λοιπόν μετά την δελεαστική πρόταση του προέδρου της Βένους, ο Κώστας Χούμης αποφάσισε να αφήσει την Ελλάδα και τον Εθνικό και αναχώρησε στις 4 Αυγούστου 1936, σε ηλικία 22 χρονών, για το Βουκουρέστι, όπου θα αγωνιζόταν πια με τα χρώματα της Βένους.

Στην αρχή ο Εθνικός, αρνήθηκε να παραχωρήσει τον Χούμη. Η πρόταση όμως της Βένους ήταν αρκετά δελεαστική και μιας και ο Χούμης είχε πάρει την απόφασή του, τελικά συμφώνησαν για την μεταγραφή του, παίρνοντας τότε το αστρονομικό ποσό των 200.000 δραχμών καθώς και την διεξαγωγή τριών φιλικών παιχνιδιών στη Ρουμανία, με την Βένους, την Βικτώρια και την Ουρίνεα. Οι αγώνες αυτοί δεν έγιναν τελικά και ο Εθνικός αποζημιώθηκε.

Όλες οι ρουμανικές εφημερίδες καθημερινώς εξυμνούσαν τον Χούμη για το ταλέντο του, ενώ φιγουράριζε και σε πολλά εξώφυλλα περιοδικών.
Διέθετε δικό του αυτοκίνητο, ενώ έμενε στη βίλα του προέδρου της Βένους. Μάλιστα λεγόταν ότι ήταν ερωτευμένος, με μια από τις δύο κόρες του προέδρου.

Ο πρώτος αγώνας που έδωσε ο Χούμης με την Βένους, ήταν λίγες μέρες μετά την άφιξή του στο Βουκουρέστι, εναντίον της Ντραγκοσβόντα. Το ντεμπούτο του συνοδεύτηκε με δύο γκολ, προμηνύοντας για το τι θα ακολουθούσε.

Σεπτέμβριος 1936, ένας μήνας μετά την άφιξη του Χούμη στην Ρουμανία. Η Βένους βρέθηκε αντιμέτωπη με την πρωταθλήτρια Αυστρίας Αντμίρα. Ο Χούμης με ασύλληπτα και κεραυνοβόλα σουτ, νίκησε τον καλύτερο τερματοφύλακα της Ευρώπης, Πλάτσερ και οδήγησε την Βένους σε νίκη επί της Αντμίρα με 3-2, πετυχαίνοντας τα 2 από τα 3 γκολ.

Η Βένους προχωρούσε από την μία νίκη στην άλλη, χάρις στον μεγάλο Έλληνα γκολτζή. Οι εφημερίδες τον αποκάλεσαν «ελληνική ποδοσφαιρική θύελλα», μετά το καταπληκτικό παιχνίδι του εναντίον της Γιουβέντους, πετυχαίνοντας τα 4 από τα 6 τέρματα (6-0).

Οι επιτυχίες του συνεχίστηκαν και σε άλλους διεθνείς αγώνες, όπως με την πανίσχυρη ουγγρική Ουϊπεστ, απ’ την οποία έχασε η Βένους με 6-4 από αμυντικά λάθη, αλλά με ένα Χούμη να πετυχαίνει 2 τέρματα και με δικές του ενέργειες να έχει συμβάλλει στην επίτευξη των υπολοίπων.

Η λήξη του ρουμανικού πρωταθλήματος, βρήκε την Βένους πρωταθλήτρια και κυπελλούχο, χάρις στον Κώστα που αναδείχτηκε και πρώτος σκόρερ.

Παρόλο τον θρίαμβό του τόσο στη Ρουμανία, αλλά και σε όλη την Ευρώπη, ο Κώστας Χούμης ένοιωθε νοσταλγία για την Ελλάδα, την οικογένειά του και τους φίλους.
Έτσι λοιπόν ζήτησε άδεια από το σύλλογο της Βένους για να έρθει στην Ελλάδα, με την υποχρέωση να ξαναγυρίσει πάλι πίσω.

Όταν ήταν στην Ελλάδα, ο Εθνικός προσπάθησε να τον πείσει να παραμείνει εδώ και να εγγραφεί ξανά στον σύλλογο. Ο Κώστας έβλεπε με καλό μάτι την παραμονή του στην Ελλάδα και πράγματι, υπέγραψε τελικά συμβόλαιο με τον Εθνικό.
Στην Ελλάδα κατέφθασαν και δύο άνθρωποι της Βένους για να πάρουν μαζί τους τον Χούμη στο Βουκουρέστι. Ειδοποιήθηκε και ο πρόεδρος της Βένους, κος Ελαντέσκο, για την σύναψη συμβολαίου Εθνικού και Χούμη, όπου κατέφθασε στην Ελλάδα αεροπορικώς, με σκοπό να τον μεταπείσει.

Μετά από παρέμβαση του προέδρου του Εθνικού και του πατέρα του Χούμη, δήλωσαν στον πρόεδρο της Βένους, την επιθυμία του Κώστα να παραμείνει στην Ελλάδα και στον Εθνικό.
Για να τον μεταπείσει, ο κος Ελαντέσκο, πρόσφερε στον Κώστα, εκτός από τους μισθούς του και το ποσό των 500.000 δραχμών. Έτσι οι Ρουμάνοι επέστρεψαν άπρακτοι στο Βουκουρέστι.

Από την άλλη μεριά, ο Εθνικός για να δεσμεύσει τον Χούμη για να μη φύγει, φροντίζει να τον διορίσει ως εφοριακό υπάλληλο στη Θήβα, με μηνιαίο μισθό
1.400 δραχμών. Δυσαρεστημένος και απογοητευμένος όμως ο Χούμης από αυτή την εξέλιξη, άρχισε να σκέφτεται πάλι την επιστροφή του στο Βουκουρέστι.

Την πρόθεσή του αυτή την αντελήφθησαν οι άνθρωποι του Εθνικού και του κατέστρεψαν το διαβατήριο. Παράλληλα ο Κώστας προσπάθησε να βγάλει νέο, αλλά ήταν αδύνατο. Επίσης έδωσαν εντολή σε όλες τις εξόδους της χώρας, να μην επιτρέψουν να περάσει κανείς με το όνομα Χούμης.

Τα γεγονότα αυτά, τα πληροφορήθηκαν οι Ρουμάνοι, που παράγγειλαν στον Κώστα ότι θα τον βοηθούσαν να φύγει από την Ελλάδα. Παράλληλα θα του έδιναν 500.000 δραχμές εφ΄ άπαξ και 125.000 δραχμές για κάθε χρόνο, εκτός από τον μισθό του και τα πριμ. Έτσι ο μηνιαίος μισθός του θα ξεπερνούσε τις 20.000 δραχμές.

Η ρουμανική πρεσβεία στην Αθήνα παραχώρησε διπλωματικό διαβατήριο στον Χούμη και έτσι αυτός ξεκίνησε σιδηροδρομικώς για το Βουκουρέστι.
Οι άνθρωποι του Εθνικού, μόλις αντιλήφθηκαν την αναχώρηση του Χούμη, με την βοήθεια του υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας κον Ρεδιάδη, που οι γιοι του ήταν μέσα στο Δ.Σ του συλλόγου, αποστέλλουν τηλεγράφημα στο τελευταίο φυλάκιο με την επισήμανση, «συλλάβατε επιβάτη Κ.Χούμη, θέση Α΄ ταχείας αμαξοστοιχίας που έχει πλαστό διαβατήριο».
Οι χωροφύλακες μετά από έλεγχο, συλλαμβάνουν τον Χούμη και τον μεταφέρουν στο μεταγωγών στη Θεσσαλονίκη.
Η είδηση της σύλληψης του Κώστα, πέφτει σαν κεραυνός εν αιθρία και στο σπίτι του, μετά από ένα τηλεγράφημα του φίλου του Κλεάνθη Βικελίδη, ποδοσφαιριστή του Άρη Θεσσαλονίκης, ότι «ο Κώστας συνελήφθη και ενεκλείσθει εις φυλακάς».

Ο επίτιμος πρόεδρος της Βένους, στρατηγός Γαβριήλ Μαρινέσκου, υπουργός εσωτερικών της Ρουμανίας και δεξί χέρι του βασιλιά Καρόλου, μόλις πληροφορήθηκε τη σύλληψη του Χούμη, τηλεφωνήθηκε με τον αντίστοιχο Έλληνα υπουργό, λέγοντάς του ότι ο Κώστας είναι Ρουμάνος υπήκοος, βάσει του νόμου περί προσωπικοτήτων και ότι έπρεπε να αφεθεί ελεύθερος για να επιστρέψει στη Ρουμανία.
Μάλιστα τόνισε στον Έλληνα υπουργό, ότι αν μέσα σε 3 ημέρες δεν βρισκόταν στο Βουκουρέστι, θα απελαύνοντο 150 ελληνικές οικογένειες από την Ρουμανία, ως πρώτη δόση.

Ο Έλληνας υπουργός κος Μανιαδάκης, ζήτησε να του φέρουν τον Χούμη στο γραφείο του. Μαζί με τον υπουργό, βρισκόντουσαν οι υπουργοί Ρεδιάδης και Κοτζιάς και ο γιος του Ρεδιάδη, στέλεχος του Εθνικού. Ο υπουργός προσπάθησε να μεταπείσει τον Χούμη, αλλά αυτός ήταν ανένδοτος.

Ο στρατηγός Μαρινέσκου, βλέποντας ότι ο Χούμης βρισκόταν ακόμη στη φυλακή, φώναξε τον Έλληνα πρεσβευτή στο Βουκουρέστι και του ανακοίνωσε ότι σε 10 ημέρες να είναι έτοιμες 150 ελληνικές οικογένειες για απέλαση.

Του προβλήματος έλαβε γνώση ο πρωθυπουργός και υπουργός εξωτερικών, Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος έκπληκτος δήλωσε, ότι «δεν πρέπει να χαλάσουμε τις διπλωματικές μας σχέσεις με την Ρουμανία για το ποδόσφαιρο».

Έτσι λοιπόν με την παρέμβαση του Ιωάννη Μεταξά , ο Χούμης αποφυλακίστηκε και μέσα σε δύο ώρες είχε νέο διαβατήριο. Μετά από δύο ημέρες αναχώρησε για το Βουκουρέστι, όπου χιλιάδες Ρουμάνοι του επεφύλαξαν θερμή υποδοχή, Μάλιστα το Βουκουρέστι είχε φωταγωγηθεί μέχρι πρωϊας.

Και την χρονιά 1938-39, η Βένους κατακτά το πρωτάθλημα, χάρις στον Έλληνα κεντρικό κυνηγό, που με τα ασύλληπτα γκολ του είχε ξετρελάνει όλους τους Ρουμάνους.
Ήταν τόσο δημοφιλής και αγαπητός, που σε ένα διαγωνισμό για το «ποιος είναι πιο δημοφιλής, ο Κώστας Χούμης ή ο διάδοχος Μιχαήλ», ο Κώστας προηγείτο κατά πολύ του διαδόχου στον αριθμό των ψήφων.

Η φήμη του απλώθηκε σε όλη την Ευρώπη, που τον φώναζαν ο «Έλληνας Ζιντελάρ».
Άνθρωποι της Γιουβέντους βρέθηκαν στο Βουκουρέστι για να συζητήσουν το ενδεχόμενο μεταγραφής του στην ιταλική ομάδα, αλλά έφυγαν άπρακτοι λόγω του αστρονομικού ποσού που ζήτησαν οι άνθρωποι της Βένους.

Το 1945, ο Κώστας παντρεύτηκε τη κόρη ενός επιχειρηματία, που όπως έλεγαν οι ρουμανικές και ελληνικές εφημερίδες της εποχής, ο «Χούμης ενυμφέφθη το πιο όμορφο κορίτσι της Ρουμανίας», αποκτώντας δύο παιδιά.
Το αγοράκι βαφτίστηκε Νικόλαος-Ορφέας. Το όνομα Ορφέας, δόθηκε προς τιμή της ομώνυμης μοναδικής τότε ελληνικής ομάδας του Βουκουρεστίου, την οποία προπονούσε ο Κώστας.
Εκτός από τον Ορφέα, προπονούσε και την Εθνική Ρουμανίας. Την άνοιξη του 1947 ήταν ο υπ’ αριθμός 1 υποψήφιος παίκτης, της υπό ανασυγκρότησης Εθνικής Ρουμανίας.

Επίσης έπαιξε και με την Μικτή Βουκουρεστίου στη Σόφια, με την αντίστοιχη μικτή της πόλης, την οποί νίκησαν με δύο γκολ του Χούμη (2-1).

Με τα χρώματα της Εθνικής Ελλάδος, ο Χούμης έπαιξε 1 χρόνο και 6 μήνες, έχοντας 9 συμμετοχές.
Ο πρώτος αγώνας με την Εθνική, ήταν με την αντίστοιχη της Γιουγκοσλαβίας, στις 23 Δεκεμβρίου 1934, όπου νικήσαμε με 2-1. Η συμβολή του Κώστα ήταν μεγάλη.
Ο επόμενος αγώνας ήταν μετά από τέσσερις ημέρες, με την εθνική Ρουμανίας, που έληξε 2-2 και τον Χούμη να πετυχαίνει το γκολ της ισοφάρισης.
Ο τρίτος αγώνας ήταν με την Βουλγαρία, τον Ιανουάριο του 1935 και ο τέταρτος πάλι με την Βουλγαρία.
Ακολούθησε ένας αγώνας με την Γιουγκοσλαβία και στις 24 Ιουνίου 1935 στη Σόφια για το Βαλκανικό Κύπελλο αντιμετωπίσαμε την Εθνική Ρουμανίας, όπου προηγηθήκαμε 2-0 με γκολ του Χούμη και έληξε 2-2. Από αυτό το παιχνίδι οι Ρουμάνοι έβαλαν τον Χούμη στο μάτι.
Ακολούθησε ένας αγώνας στο Βουκουρέστι με την Βουλγαρία για το Βαλκανικό Κύπελλο στις 21 Μαϊου 1936 και άλλοι δύο αγώνες με την Εθνική Αιγύπτου.

Διετέλεσε προπονητής στην Εθνική Νέων & στον ΕΘΝΙΚΟ ΟΦΠΦ, αλλά και μέλος του συμβουλίου.

Πέθανε στις 20 Ιουλίου 1981

(από συνέντευξη του Κ.Χούμη στον δημοσιογράφο Νικ.Γερακάρη)
(κείμενο από τις βιογραφίες των καλύτερων ποδοσφαιριστών του Εθνικού που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο της ιστορίας του ΕΘΝΙΚΟΥ ΟΦΠΦ)




Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2012

Ο «εμφύλιος» του Πειραιά




Πριν από χρόνια, μια υπερήφανη και γοητευτική ποδοσφαιρική ομάδα στον Πειραιά διέθετε τόσο ισχυρό σύνολο, που οι λεγόμενοι «μεγάλοι» του πρωταθλήματος έτρεμαν στη λογική να βρεθούν «από κάτω» και να χάσουν –έτσι- κάτι που οι διοικήσεις κι οι υποστηρικτές τους θεωρούσαν κεκτημένο, άσχετα αν είχε στερεωθεί με φανερή εύνοια, με μόνιμη προπαγάνδα του Τύπου και με σαφέστατο παρασκήνιο που τους ευνοούσε σταθερά (αδικώντας τους λοιπούς διεκδικητές). Αναφέρομαι στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1960 που, με απούσα την τηλεοπτική εικόνα, οι φίλαθλοι- αναγνώστες δέχονταν ό, τι «κουτόχορτο» τους σέρβιραν δυο αθλητικές (βασικά) εφημερίδες. Η ταπεινή πειραϊκή ομάδα ονομαζόταν Εθνικός, διέθετε εκπληκτικούς παίκτες, λίγους οπαδούς, αλλά προσπαθούσε να δημιουργήσει σύνολο που θα ήταν ανταγωνιστικό προς τον Παναθηναϊκό, την ΑΕΚ, κύριος στόχος όμως ήταν ο συμπολίτης Ολυμπιακός. Η ομάδα δηλαδή, που την τελευταία δεκαετία, με τους καταπληκτικούς Μουράτη, Υφαντή, Μπέμπη, Θεοδωρίδη, Δαρίβα, Κοτρίδη, σάρωνε τους τίτλους (δημιουργώντας το λεγόμενο «Θρύλο»), αλλά με τον Εθνικό αποκλεισμένο από την ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, επειδή – την περίοδο 1956-57- είχε φανεί ότι θα κέρδιζε εύκολα τον τίτλο και ταυτόχρονα θα έφτιαχνε –επαναστατική για την εποχή- επαγγελματική ομάδα βάζοντας στο σχήμα τον κορυφαίο Ευρωπαίο κυνηγό Φέρεντς Πούσκας και μερικούς ακόμα Ούγγρους, τους οποίους οι πολλοί θεωρούσαν ήρωες και το ελληνικό καθεστώς «επικίνδυνους εμιγκρέδες». Ήταν η εποχή που οι Μαγυάροι, έχοντας διαφωνήσει με το κομμουνιστικό καθεστώς της Βουδαπέστης, έψαχναν το «Ελντοράντο» τους στην εκτός σιδηρού παραπετάσματος Ευρώπη.

Ήταν χάρμα οφθαλμών (και ποδοσφαιρικών αισθημάτων) να βλέπεις στον αγωνιστικό χώρο τους παίκτες του Εθνικού να ξεδιπλώνουν το ταλέντο τους, να σαρώνουν και να παίρνουν τις νίκες (όταν βεβαίως, οι άθλιοι διαιτητές της εποχής τους άφηναν να αναπνέουν). Δυστυχώς, οι νέοι ποδοσφαιρόφιλοι δεν έχουν την ευκαιρία να δουν τηλεοπτικά πλάνα και να θαυμάσουν την απίστευτα χαρισματική τετράδα χαφ από τους Λεβεντάκο, Αντωνάτο, Νικηφοράκη, Φερλέμη, τους δυναμικούς αμυντικούς Παπάζογλου, Κλικόπουλο, Κοζομπόλη, Πέστροφα, τον ήρωα τερματοφύλακα Κώστα Βαλλιάνο, πάνω απ’ όλα όμως τους σβέλτους κυνηγούς Κρητικόπουλο και Χατζηιωάννογλου.


Αυτή η ομάδα αποτελούσε πραγματικό «πρόβλημα» για το λαοφιλή Ολυμπιακό στον Πειραιά, αλλά φρόντισε το κατεστημένο να αποκαταστήσει τα πράγματα στερεώνοντας μια πικρή πραγματικότητα. Η εφημερίδα Φως των Σπορ του (85χρονου σήμερα) Θόδωρου Νικολαΐδη, βαμμένη στα ερυθρά με φανατισμό, σπάνια είδε με καλό μάτι τον Εθνικό σε πειραϊκό ντέρμπι, ακόμη κι όταν ο διαιτητής είχε αδικήσει κατάφωρα τους «μπλε». Έτσι ο φουκαράς Εθνικός κατάφερε μεταπολεμικά (εννοεί μετά την καθιέρωση της Α’ Εθνικής Κατηγορίας, το 1959-60) , ως τον υποβιβασμό του τη δεκαετία του 1990, να νικήσει το «Θρύλο» μόλις τρεις φορές (τέσσερις, λάθος του αρθρογράφου) –μια φορά κάθε δεκαετία-, μολονότι με άλλες δυνατές ομάδες του πρωταθλήματος τα κατάφερνε συχνά πολύ καλά.


Ώσπου βρέθηκε στον Εθνικό ένας Άγγλος προπονητής αποφασισμένος να ανατρέψει τη σαθρή πραγματικότητα και να υπερασπίσει την αξία της ομάδας του με οποιοδήποτε κόστος. Ήταν ο Μπράιαν Μπερντς, ένας λιγομίλητος δάσκαλος του ποδοσφαίρου που ζήτησε από τους μαχητές του να μη διαβάζουν αθλητικές εφημερίδες και να δουλεύουν σκληρά. Τι το’ θελε; Μολονότι ο Εθνικός βρέθηκε γρήγορα στην κορυφή και απειλούσε τους πάντες με τις ελάχιστες δυνάμεις του, οι δημοσιογράφοι (φυσικά, ελεγχόμενοι από τους εκδότες) έγραφαν για έναν «τρελό Βρετανό» που «πρέπει να εγκαταλείψει αμέσως τη χώρα»!


Τι είχε συμβεί; Είναι απλό. Ο Μπέρντς, ύστερα από μια απίστευτη σφαγή σε αγώνα με τον Ολυμπιακό, δήλωσε θυμωμένος (καταγγέλλοντας δημοσιογράφους, διαιτητές και παράγοντες), για να καταλήξει: «Στον Πειραιά υπάρχει ένα σουπερ μάρκετ που δεν πρόκειται ποτέ να αφήσει στο περίπτερο να αναπτυχθεί και να διεκδικήσει ένα μεροκάματο». Λίγες μέρες μετά, αναγκάστηκε να αφήσει τον Πειραιά, παίρνοντας ένα μικρό ποσό που συγκεντρώθηκε ρεφενέ σ τα καφενεία των οπαδών, στο Φάληρο και στην Καστέλα.
Όσα ακολούθησαν είναι γνωστά, καθ’ ότι καταγεγραμμένα στη σύγχρονη ποδοσφαιρική ιστορία του τόπου. Ο Ολυμπιακός –το σουπερμάρκετ- βρήκε Κοσκωτά, βρήκε Κόκκαλη, βρήκε την εύνοια μπόλικων πολιτικών (δηλαδή κυβερνήσεων) και ΜΜΕ, κέρδισε δεκάδες τίτλους (δικαίως ή αδίκως δεν έχει μεγάλη σημασία, αφού «στην Ελλάδα πάντα θα υπάρχουν ζητιάνοι»). Ο Εθνικός τι κέρδισε; Μόνο τις αλυσίδες του. Κι όταν, υποβιβασμένος και ταπεινός, είδε το συμπολίτη του να καρπώνεται φανταστικό δώρο (δηλαδή να αποκτά για 49 χρόνια σύγχρονο γήπεδο!) τόλμησε να διεκδικήσει κάτι από το καταστατικό «μερίδιο», να αγωνίζεται δηλαδή δυο φορές το μήνα στο φαληρικό στάδιο. Αμ δε! Η διοίκηση Κόκκαλη ζήτησε τόσα χρήματα για ενοίκιο κάθε αγωνιστική, που ισοδυναμούσε σχεδόν με τον ετήσιο προϋπολογισμό του συλλόγου!
Επειδή όμως «κανένας δε χάνεται», ο ταπεινός Εθνικός κατάφερε να αποκτήσει σπίτι για εννιά(!) χρόνια που του παραχωρήθηκε επί υπουργίας Φάνης Πάλλη – Πετραλιά στο Ελληνικό, αν και δεν ασκήθηκε σοβαρή πίεση από κανέναν. Βλέπετε, οι πάντες είχαν συνηθίσει να βλέπουν και να ακούνε για μια ομάδα τσιγγάνα, που άλλαζε τέσσερα γήπεδα το μήνα, ώστε να καλύψει τις υποχρεώσεις του.
Οι παλαιοί οπαδοί του Εθνικού, έχοντας βιώσει αδικίες και κλοπές, θεωρούν τον Ολυμπιακό βασικό αίτιο της συμφοράς, αφού οι «καρπαζιές» έπεφταν βροχή όποτε οι «μπλε» επιχείρησαν να σηκώσουν κεφάλι. Ο Εθνικός, αυτή η άλλοτε υπερήφανη ομάδα του Πειραιά που διέθετε υποστηρικτές σε όλη τη χώρα, αγωνίζεται πλέον σε ερασιτεχνική κατηγορία (την οποία βάφτισαν Δ’ Εθνική, προκειμένου να χρυσώσουν το χάπι ιστορικών αλλά ξεπεσμένων ομάδων). Ήδη έδωσε τον πρώτο αγώνα στη Χίο με κάποια Μικρασιατική και νίκησε 2-0. Και όπως ακούγεται, προσπαθεί με ελάχιστα χρήματα να ξαναφτιάξει το μέλλον του, αλλά… 
Κατά τα άλλα, ας επιτραπεί στην ταπεινότητά μου να καταθέσω κάποια εικόνα από αυτήν την ηρωική ομάδα, ζώντας αναμέτρηση Νίκης Βόλου – Εθνικού για το εθνικό πρωτάθλημα πρώτης κατηγορίας, το Φεβρουάριο του 1965, στο γηπεδάκι της Νέας Ιωνίας. Υπηρετούσα τη θητεία μου στο αεροδρόμιο της Νέας Αγχιάλου και παρέα με φίλους σμηνίτες βρεθήκαμε στην εξέδρα. Ο αγώνας ήταν συναρπαστικός, αλλά οι Πειραιώτες έδειχναν καλύτεροι. Γύρω στο 80ο λεπτό, ο μέγιστος Πατρινός μπαλαντέρ Ανδρέας Αντωνάτος(ένας παίκτης που άξιζε να παίζει στην Εθνική Ομάδα, αλλά «έπεσε» , όπως γράφτηκε, πάνω στο Δομάζο!) με τεχνικό σουτ στέλνει τη μπάλα στο πλεχτό για το 0-1 που ήταν το τελικό σκορ. Παρά την πίκρα τους, οι οπαδοί της Νίκης χειροκρότησαν έντιμα. Κι όταν οι φιλοξενούμενοι μπήκαν στο πούλμαν για την επιστροφή, κάποιος φώναξε δυνατά: «Καλό ταξίδι, να πάτε στο καλό, δε θα σας πειράξει κανείς. Πείτε όμως στο συμπολίτη σας πως δε θα περάσει καλά όταν θα μας έρθει. Να τους πείτε πως σε αυτό το γήπεδο δε γουστάρουμε τους Ολυμπιακούς!»
ΥΓ: Αυτό το κείμενο γράφτηκε με αφορμή άρθρο του Κώστα Ακριβού στο Books’ Journal του προηγούμενου Οκτωβρίου που αφορούσε την «εμφύλια» έχθρα Ολυμπιακού και Νίκης στο Βόλο- και σκέφτηκα πόσο πιο δυνατό είναι το ποδοσφαιρικό κοντράστ στο μεγάλο λιμάνι της χώρας. Εκεί όπου ο ιστορικός Ολυμπιακός «τα έχει όλα» και ο ακόμα πιο ιστορικός (ναι, ψάξτε το όσο θέλετε και θα με δικαιώσετε) Εθνικός βιώνει εδώ και δεκαετίες το απόλυτο «τίποτα». Κι ας επιμένει μισό αιώνα τώρα να ουρλιάζει ο ήρωας Γιάννης Ματζουράνης «Εθνικάρααα» , καταστρέφοντας τις πολύτιμες χορδές της φωνής του.

Γιώργος Αρκουλής 
Δημοσιογράφος στο αθλητικό ρεπορτάζ, Περιοδικό «The Books’ Journal» τεύχος 14, Δεκέμβριος 2011, σελίδες 8-10.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Χρήστος Χατζηϊωαννίδης

Ο Χρήστος Χατζηιωαννίδης-ο 2ος από δεξιά στην πάνω σειρά- (Μπαμπάλα), μέλος της πολύ καλής «φουρνιάς» παικτών που έκαναν την εμφάνιση τους στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Αγωνίστηκε σαν αμυντικό χαφ. Διέθετε πλούσια σω­ματικά προσόντα και ήταν ιδιαίτερα σκληρός. Πραγματικός «βράχος», δύσκολα μπορούσε κάποιος να τον τζαρτζάρει και να του αποσπάσει την μπάλα. Υπηρέτησε το σύλλογο για δώδεκα χρόνια έχοντας 220 συμμετοχές στην Α' Εθνική και 5 γκολ. Αργότερα ασχολή­θηκε με την προπονητική, δουλεύοντας με τους «μικρούς» του Εθνικού, βγάζοντας πάρα πολλούς πάικτες που πλαισίωσαν την πρώτη ομάδα. Μέχρι πρόσφατα ασχολείτο με την προπονητική, (τελευταία ομάδα η Καστέλλα-Β' Πειραιώς) αλλά δυστυχώς μας άφησε λόγω καρδιακής προσβολής. Ακέραιος άνθρωπος και πολύ σκληρός χαρακτήρας. Ευχαριστώ κε Χρήστο για αυτά που έχεις δώσει σε αυτή την ομάδα και σε όσα με έμαθες. . Ο μεγαλος αυτος παικτης ειχε ηθος εντιμοτητα, ηταν ενας προπονητης που του αρεσε να δουλευει με νεους παικτες να τους μεταδιδει τις γνωσεις του. Έμπνεε σεβασμο στους παικτες του αλλα και στους αντιπαλους,περηφανος για την ομαδα του(Εθνικαρα) που τοσο πολυ αγαπουσε.